Κατά τη διάρκεια /kaˈta ti ðiˈarkeia/ Preposition
- English
- during
- 한국어
- ~동안
Example
- Έμεινε ψύχραιμη κατά τη διάρκεια (διατηρώντας την ηρεμία / κρατώντας / φυλάγοντας) της κρίσης.
- She stayed calm during the crisis.
- Η φράση «κατά τη διάρκεια» είναι η πιο άμεση μετάφραση.