Καμπ (για αισθητική) / Κατασκήνωση (για τοποθεσία) /kæmp/ NounEnglishcamp한국어캠핑ExampleΑς γυρίσουμε στην [κατασκήνωση] πριν σκοτεινιάσει.Let's return to camp before it gets dark.Η 'κατασκήνωση' είναι η πιο ζεστή επιλογή για διακοπές.