κατάσταση /kataˈstasi/ Noun

English
situation
한국어
상황

Example

  • Η οικονομική [κατάσταση] βελτιώνεται αργά.
  • The economic situation is improving slowly.
  • Εδώ το 'κατάσταση' είναι το πιο ουδέτερο.