Καταστατικό /t͡ʃɑːrtər/ Noun
- English
- charter
- 한국어
- 헌장
Example
- Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό **Καταστατικό** προστατεύει τα δικαιώματα των εργαζομένων.
- The European Social Charter protects the rights of workers.
- Εδώ αναφέρεται σε διεθνή συνθήκη/χάρτη δικαιωμάτων.