Κατάταξη /kaˈta.ta.ksi/ NounEnglishrank한국어순위 (Rank/Ranking)ExampleΚατέχει τη **βαθμίδα** του λοχαγού.She holds the rank of captain.Εδώ η 'βαθμίδα' υποδηλώνει επίσημο τίτλο/επίπεδο.