Κατάθεση /kaˈtaθesi/ Noun
- English
- testimony
- 한국어
- 증언 (Legal) / 간증 (Personal)
Example
- Η κριτική επιτροπή άκουσε προσεκτικά την [κατάθεση] του μάρτυρα.
- The jury listened carefully to the witness's testimony.
- Στα δικαστήρια, το 'κατάθεση' είναι το πιο ακριβές.