κατέχω /kaˈtexo/ VerbEnglishpossess한국어소유하다ExampleΚατηγορήθηκε για το ότι [κατέχω] (κατέχω / διαθέτω / έχω) παράνομα κυνηγετικό όπλο.He was charged with possessing a shotgun without a licence.Εδώ η νομική κατοχή είναι το κλειδί.