Κατηγορούμενος /ka.ti.ɣoˈru.me.nos/ NounEnglishaccused한국어피고인 (Accused)ExampleΟ [κατηγορούμενος] αθωώθηκε πανηγυρικά από το σώμα των ενόρκων.The accused was found innocent by the jury.Η λέξη 'πανηγυρικά' δίνει ζεστασιά στην αθώωση.