καθαρά /kæˈθa.ra/ Adverb

English
clearly
한국어
분명히

Example

  • Παρακαλώ μίλα μου **καθαρά** μετά τον τόνο.
  • Please speak clearly after the tone.
  • Εδώ το 'καθαρά' τονίζει την ανάγκη για ευκρίνεια στην ομιλία.