κατηγορώ /ka.ti.ɣoˈro/ VerbEnglishaccuse한국어비난하다ExampleΗ αστυνομία τον ΙΝΔΥΝΕ να τον [κατηγορώ] για κλοπή.The police accused him of theft.Το «κατηγορώ» είναι η πιο άμεση νομική/ηθική επιλογή.