κατώφλι /kaˈtofli/ NounEnglishthreshold한국어문턱ExampleΣκούπισε τα πόδια του στο [κατώφλι] (κατώφλι / καμπή / όριο εισόδου) της πόρτας.He wiped his feet on the threshold.Εδώ χρησιμοποιείται η κυριολεκτική, αρχιτεκτονική έννοια.