Κάτοικος /ˈka.ti.kos/ AdjectiveEnglishresident한국어거주자ExampleΟ αριθμός των **διαμενόντων** κατοίκων αυξήθηκε κατά 5%.The town’s resident population grew by 5%.Εδώ το 'διαμένων' λειτουργεί ως επίθετο που περιγράφει τον πληθυσμό.