Κεφάλαιο /ceˈfaleo/ Noun

English
chapter
한국어
장(章) / 시기

Example

  • Το πρώτο **Κεφάλαιο** παρουσιάζει τους βασικούς χαρακτήρες.
  • The first chapter introduces the main characters.
  • Η πιο άμεση και συνηθισμένη μετάφραση.