κεντρικός /cenˈdralis/ AdjectiveEnglishcentral한국어중심ExampleΜείναμε σε ένα ξενοδοχείο στην **κεντρική** περιοχή του Λονδίνου.We stayed at a hotel in central London.Εδώ δηλώνει τη γεωγραφική θέση, το 'heart' της πόλης.