Κινητοποιώ /kinitopijˈo/ Verb
- English
- mobilize
- 한국어
- 동원하다
Example
- Η συνδικαλιστική ένωση **επιστρατεύει** (κινητοποιεί/συγκαλεί/ξεσηκώνει) χιλιάδες εργάτες για την απεργία.
- The union mobilized thousands of workers for the strike.
- Εδώ το 'επιστρατεύω' δίνει έμφαση στην οργάνωση πλήθους.