κλειδί /kliˈði/ AdjectiveEnglishkey한국어핵심ExampleΑυτός είναι ο καθοριστικός παράγοντας στη λήψη της απόφασής μας.This is a key factor in our decision.Το 'καθοριστικός' δίνει την αίσθηση του 'game-changer'.