Κοινωνία /koniˈa/ NounEnglishsociety한국어사회ExampleΠιστεύει πως οι τέχνες ωφελούν την {κοινωνία} στο σύνολό της.She believes that the arts benefit society as a whole.Η λέξη 'κοινωνία' εδώ καλύπτει όλο το φάσμα των πολιτών.