Συνήθης /siˈniθis/ Adjective

English
common
한국어
흔한 (common / ordinary / frequent)

Example

  • Οι πονοκέφαλοι είναι μια κοινή (συχνή / αναμενόμενη / αναπόφευκτη) παρενέργεια της αφυδάτωσης.
  • Headaches are a common side effect of dehydration.
  • Στην ιατρική, το 'κοινή' τονίζει τη συχνότητα εμφάνισης.