Κοινότητα /kɔiˈnoːtita/ Noun

English
community
한국어
커뮤니티

Example

  • Η τοπική κοινότητα μας στήριξε από την αρχή.
  • The local community supported us from the start.
  • Εδώ τονίζεται η γεωγραφική και κοινωνική αλληλεγγύη.