κορυφαίος /koˈrifɛos/ AdjectiveEnglishpremier한국어프리미어ExampleΑνάμεσα στους **κορυφαίους** σεφ της χώρας. (Από τους πιο διακεκριμένους)One of the country’s premier chefs.Εδώ τονίζουμε την ποιότητα και την αναγνώριση.