Κόστος /ˈkos.tos/ Noun
- English
- cost
- 한국어
- 비용 (Cost / 대가 / 희생)
Example
- Το κόστος στέγασης αυξάνεται ραγδαία (υψώνεται / ανεβαίνει / φουσκώνει) εδώ και χρόνια.
- The cost of housing has risen sharply.
- Το 'κόστος' είναι ο πιο ουδέτερος όρος για την οικονομική αξία.