κλωτσιά /kik/ NounEnglishkick한국어차다ExampleΗ πρώτη κλωτσιά του αγώνα ήταν καθοριστική.The first kick of the game was decisive.Το «κλοτσίδι» εδώ είναι πιο αθλητικό και άμεσο.