κουβαλάω /kuvaˈlao/ Verb

English
carry
한국어
나르다

Example

  • Κουβαλούσε μια μεγάλη σακούλα με ψώνια για το σπίτι.
  • He was carrying a large bag of groceries home.
  • Το «κουβαλάω» τονίζει την προσπάθεια και το βάρος.