κουζίνα /kuˈziːna/ NounEnglishcooker한국어전기밥솥ExampleΗ καινούργια [κουζίνα] (εστία / φούρνος / μαγειρική συσκευή) μπήκε χθες.The gas cooker was installed yesterday.Το 'κουζίνα' καλύπτει και τον χώρο και τη συσκευή.