Κράνος /ˈkranos/ NounEnglishhelmet한국어헬멧ExampleΟι αστυνομικοί με κράνη (περικεφαλαία / προστατευτική καλύπτρα / κράνη) οριοθέτησαν τους δρόμους.Police in riot helmets lined the streets.Το 'κράνος' είναι η καθολική λέξη, ακόμα και για τα ΜΑΤ.