Έλεγχος / Αυτοσυγκράτηση (ψυχολογικά) & Λαβή / Σφίξιμο (φυσικά) /ɡrɪp/ ΟυσιαστικόEnglishgrip한국어꽉 잡음 / 장악력ExampleΧαλάρωσε το [πιάσιμο/κράτημα] της στο κιγκλίδωμα.She loosened her grip on the railing.Εδώ εννοείται η φυσική δύναμη συγκράτησης.