Κρεμμύδι /kreˈmiʝi/ NounEnglishonion한국어양파ExampleΨιλόκοψε το κρεμμύδι πριν το ρίξεις στο τηγάνι.Chop the onion finely before adding it to the pan.Το 'ψιλοκόβω' είναι η μαγική λέξη εδώ.