Κρίση /ˈkri.si/ Noun

English
judgement
한국어
판단

Example

  • Έδειξε εξαιρετική [Κρίση] (Σοφία / Σύνεση / Διάκριση) στο πώς χειρίστηκε τον δύσκολο πελάτη.
  • She showed great judgement in handling the difficult client.
  • Εδώ η Κρίση είναι η προσωπική ικανότητα, όχι η νομική απόφαση.