Καθοριστικός /ka.θo.ri.stiˈkos/ Επίθετο

English
critical
한국어
결정적인 (Crucial/Decisive)

Example

  • Ήταν ιδιαίτερα **επικριτική** για τη νέα πολιτική. (Η **κριτική** της ήταν αιχμηρή.)
  • She was highly critical of the new policy.
  • Εδώ τονίζεται η αρνητική αξιολόγηση.