κρύσταλλος /krisˈtalos/ NounEnglishcrystal한국어수정ExampleΤο αλάτι ο κρύσταλλος έλαμπε στο φως. (Ο κρύσταλλος / Ο κρύσταλλος του αλατιού / Ο κρύσταλλος)The salt crystal sparkled in the light.Εδώ εννοείται η κρυσταλλική μορφή του αλατιού.