Οικοδόμηση /ikoˈðomisi/ NounEnglishbuilding한국어건물ExampleΤο νέο κτίριο γραφείων είναι πολύ μοντέρνο.The new office building is very modern.Το 'κτίριο' είναι η πιο συνηθισμένη λέξη για κάθε είδους δομή.