ΚΕΛΙ /ceˈli/ Noun
- English
- cell
- 한국어
- 세포
Example
- Το ανθρώπινο σώμα περιέχει τρισεκατομμύρια [κύτταρα] (βιολογική μονάδα / στοιχείο / δομική μονάδα) — Η βάση της ζωής.
- The human body contains trillions of cells.
- Το 'κύτταρο' είναι η απόλυτη λέξη για τη βιολογία.