ΛΑΚΚΟΣ /ˈlɐkos/ NounEnglishpit한국어구덩이ExampleΟι εργάτες έσκαψαν μια βαθιά [λακκούβα] για να φτάσουν στους σωλήνες νερού.The workers dug a deep pit to reach the water pipes.Η «λακκούβα» είναι η πιο κοινή λέξη για μια τρύπα στο δρόμο ή στο χώμα.