λέγεται /ˈleʝe.ce/ Adverb

English
reportedly
한국어
전하는 바에 따르면

Example

  • Το συγκρότημα, λέγεται, αποφάσισε να διαλυθεί.
  • The band have reportedly decided to split up.
  • Το 'λέγεται' μπαίνει φυσικά πριν το ρήμα.