λεπτό /lepˈto/ NounEnglishcent한국어센트ExampleΟ καφές κοστίζει δύο δολάρια και πενήντα λεπτά.The coffee costs two dollars and fifty cents.Στην Ελλάδα, το 'λεπτό' είναι η καθιερωμένη λέξη για το 1/100 του ευρώ.