λεπτός /lepˈtos/ Adjective

English
thin
한국어
얇다

Example

  • Κόψε τα λαχανικά σε [λεπτές] φέτες.
  • Cut the vegetables into thin strips.
  • Η λέξη 'λεπτός' είναι η πιο συχνή επιλογή για πάχος.