λιγότερο /liˈʝotero/ ΕπίρρημαEnglishless한국어덜ExampleΑυτό το κινητό είναι λιγότερο ακριβό από το προηγούμενο.This phone is less expensive than the last one.Η λέξη 'λιγότερο' εδώ είναι ο βασικός τρόπος έκφρασης της μείωσης κόστους.