λιμάνι /ˈhɑːrbər/ Noun

English
harbour
한국어
항구 (물리적) / 품다 (추상적)

Example

  • Πολλά σκάφη αγκυροβόλησαν στο [λιμάνι] σαν να ήταν σε γαλήνια αγκαλιά.
  • Several boats lay at anchor in the harbour.
  • Το 'λιμάνι' είναι η πιο ζεστή, καθημερινή λέξη.