σύνδεσμος /siŋˈðesmos/ Noun

English
link
한국어
연결

Example

  • Υπάρχει ισχυρός **σύνδεσμος** (δεσμός / σχέση / επαφή) μεταξύ του καπνίσματος και των προβλημάτων υγείας.
  • There is a strong link between smoking and health issues.
  • Το 'σύνδεσμος' είναι το πιο τεχνικό/ουδέτερο.