Λόγος /ˈloɣos/ NounEnglishreason한국어이유ExampleΕίχε καλό λόγο να είναι αναστατωμένη. (Αιτία / Σκεπτικό / Δικαιολογία)She had a good reason to be upset.Ο «λόγος» εδώ είναι η δικαιολογημένη βάση για το συναίσθημα.