λογότυπο /ˈlo.go/ Noun
- English
- logo
- 한국어
- 로고
Example
- Σε όλο τον κόσμο υπάρχουν κόκκινα και λευκά χάρτινα ποτήρια που φέρουν το [λογότυπο] της εταιρείας.
- All over the world there are red and white paper cups bearing the company logo.
- Το 'λογότυπο' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.