μαχητικός /ma.çiˈti.kos/ Επιθετικό
- English
- militant
- 한국어
- 투쟁적인
Example
- Οι μαχητικές ομάδες οργάνωσαν μια τεράστια διαδήλωση στο κέντρο. (Οι [αγωνιστές] / [διεκδικητές] / [παθιασμένοι] οργάνωσαν...)
- The militant groups organized a massive protest downtown.
- Το 'μαχητικός' εδώ τονίζει την ενεργό, συχνά συγκρουσιακή στάση.