Μαγείρεμα /maʝiˈrevma/ Noun

English
cooking
한국어
요리하다

Example

  • Ο σύζυγός μου αναλαμβάνει το μαγείρεμα (την παρασκευή / την ετοιμασία / την τέχνη του φαγητού) στο σπίτι μας.
  • My husband does all the cooking in our house.
  • Στην Ελλάδα, το μαγείρεμα παραδοσιακά ήταν γυναικεία υπόθεση, αλλά αυτό αλλάζει.