Μαλλιά /maˈʎa/ NounEnglishhair한국어머리카락ExampleΈχει μακριά, κυματιστά [μαλλιά] σαν μετάξι.She has long, wavy hair.Το 'μαλλιά' είναι η πιο συνηθισμένη λέξη.