μαλλί /maˈli/ NounEnglishwool한국어울ExampleΤα πρόβατα τα κρατούσαν για το [μαλλί] (έριο / φλοκάτι / ινώδης ύλη) και το κρέας τους.Sheep were kept for their wool and meat.Το «μαλλί» είναι η πιο κοινή λέξη, το «έριο» είναι πιο ποιητικό/τεχνικό.