Φίλε /ˈanðras/ Noun

English
man
한국어
남자

Example

  • Ένας ωραίος νεαρός [άνδρας] μπήκε στο καφέ.
  • A good-looking young man walked into the cafe.
  • Το 'άνδρας' εδώ τονίζει την ενηλικίωση και το φύλο.