Δείκτης /ˈðiktis/ Noun

English
marker
한국어
이정표 (Milestone/Marker)

Example

  • Η πλωτή αυτή **σημάδι** (δείκτης / ορόσημο / σήμανση) είναι για τα ρηχά νερά.
  • The buoy serves as a marker for the shallow water.
  • Εδώ το 'δείκτης' είναι πιο επίσημο, το 'σημάδι' πιο καθημερινό.