Μάχομαι /maˈxo.me/ Noun
- English
- fighting
- 한국어
- 파이팅
Example
- Η **μάχη** (αντιπαράταξη / σύρραξη / ένοπλη αναμέτρηση) ξέσπασε σε τρεις περιοχές της πόλης χθες το βράδυ.
- Fighting broke out in three districts of the city last night.
- Το 'μάχη' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό για ένοπλη σύγκρουση.