Μάθημα /maˈθima/ NounEnglishlesson한국어교훈ExampleΚάνει μαθήματα πιάνου κάθε απόγευμα. (Κάνει [παράδοση] / [διδασκαλία] / [μάθημα] πιάνου κάθε απόγευμα.)She gives piano lessons every afternoon.Το 'κάνει' είναι πιο φυσικό από το 'παραδίδει' εδώ.