μαθαίνω /maˈθano/ Noun

English
learning
한국어
배우다

Example

  • Η **μάθηση** είναι μια δια βίου διαδικασία.
  • Learning is a lifelong process.
  • Η λέξη είναι ουδέτερη και ταιριάζει παντού.